του Μιχάλη Σ. Μήσιου
Παραμονές Χριστουγέννων, και οι δρόμοι, οι πλατείες και τα καταστήματα στην πόλη των Σερρών δεν έχουν στολιστεί ούτε φωταγωγηθεί όπως τα προηγούμενα χρόνια. Στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών τα λιγοστά πολύχρωμα λαμπιόνια δεν
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που άφησα πίσω τα παιδικά μου χρόνια, Όμως στη μνήμη των ανθρώπων οι αναμνήσεις των γιορτών των παιδικών τους χρόνων μένουν πάντα ζωντανές. Είναι αυτές που θα έλεγα γλυκαίνουν, δίνουν νόημα στη ζωή μας. Αυτές γεμίζουν τη ψυχή μας, αυτές νοσταλγούμε. Κρίμα που το τρένο της ζωής έχει χαραγμένη πορεία πάντα προς τα εμπρός, στο άπειρο του χρόνου. Ποτέ δεν ξαναπερνά από εκεί που πέρασε πρώτη φορά. Μακάρι να διέγραφε πορεία σαν το τρενάκι του «Λούνα Πάρκ», να περνά και να ξαναπερνά από το ίδιο μέρος.!!! Έτσι όσο περνούν τα χρόνια και η απόσταση μεγαλώνει τόσο και η νοσταλγία να δούμε, μια φορά ακόμη, τα «περασμένα», όλο και θαμπώνει, ώσπου τελικά ξεθωριάζει και σβήνει.
Ό,τι επομένως ερεθίζει τη μνήμη μας, ό,τι
προκαλεί τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων είναι καλοδεχούμενο. Οι
γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς αποτελούν πάντα αφορμή
για ένα νοσταλγικό ταξίδι πίσω στο χώρο και στο χρόνο.
Πάντα
τις άγιες αυτές ημέρες αναπολώ τις γιορτές στα παιδικά μου χρόνια, εκεί
στα μέσα της δεκαετίας του 50, στο χωριό Άνω Χριστός. Ευτυχώς οι
θύμισες είναι πολύ ζωντανές, σαν να ήταν χθες, λες και ο χρόνος δεν
πέρασε, δεν άφησε τα σημάδια του. Έρχονται ξανά στη μνήμη μου οι γλυκές
μορφές των γονιών μου, των δικών μου ανθρώπων, των συγχωριανών μου, όλων
εκείνων που έφυγαν. Θέλω όλους να τους κρατήσω για πάντα στη μνήμη μου
ζωντανούς. Η λησμονιά είναι δεύτερος θάνατος.
Το Σχολείο το 1952
Τα Χριστούγεννα
του 1954 ήμουν μαθητής της τρίτης Τάξης στο μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο
του χωριού μου. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο δάσκαλός μας, ο κ. Κωνσταντίνος
Τσιμπάνος, αφού έκανε την καθιερωμένη γιορτή και ευχήθηκε σε όλους μας
καλές γιορτές, έκλεισε το Σχολείο και αναχώρησε για την πατρίδα του την
μακρινή τότε Λαμία. Ήθελε να περάσει τις άγιες ημέρες με τους δικούς
του. Να ξεκουραστεί λίγο. Δύσκολο το έργο του. Από την αρχή του σχολικού
έτους έμενε στο χωριό σε ένα δωμάτιο στο σπίτι του λαλα-Πούια (Παύλου
Πουλιάκα). Μόνος του, με ανύπαρκτα μέσα, πάσχιζε καθημερινά,
πρωί–απόγευμα, να διδάξει γράμματα σε ένα σύνολο εξήντα και πλέον παιδιών. Και τι παιδιά. Όλα δίγλωσσα. Τα περισσότερα μιλούσαμε τη μητρική μας λαλιά, τα βλάχικα. Λιγότερα ήταν αυτά που μιλούσαν την ντόπια και
τα ποντιακά. Μέσα στη τάξη άκουγες μόνο ελληνικά, όμως τα διαλείμματα
στον αυλόγυρο του σχολείου οι παιδικές μας παρέες θύμιζαν «Βαβέλ».
Ελληνικά, βλάχικα, ντόπια, ποντιακά, όλα μαζί και ανακατεμένα.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, εκείνης της χρονιάς, από νωρίς το απόγευμα γύρισα στο χωριό. Σε λίγο, μαζί με άλλα παιδιά, θα έψαλα τα κάλαντα από σπίτι
σε σπίτι. Ο ήλιος κόντευε στη δύση όταν η αυλή του Σχολείου, στο κέντρο
του χωριού, γέμισε παιδιά (αγόρια και κορίτσια). Πολλά παιδιά, 40-50
περίπου. Μαζί μου και τα δύο μικρότερα αδέλφια, ο Παύλος και ο Πασχάλης.
Ο Πασχάλης ήταν πολύ μικρός και έπρεπε να τον προσέχω. Η μητέρα από το πρωί είχε ετοιμάσει τις μάλλινες (ντι σιάκου
στα βλάχικα) τσάντες για τα κάλαντα. Είχαν περασμένο κι ένα χοντρό
πλεγμένο μάλλινο σχοινί για να τις κρεμούμε στο λαιμό. Στις ίδιες
τσάντες βάζαμε τα βιβλία τις ημέρες του σχολείου. Του Πασχάλη η τσάντα
του έρχονταν μεγάλη (έφθανε σχεδόν στα γόνατα!) και τον εμπόδιζε στο περπάτημα.
Όπως κάθε χρόνο αρχίσαμε τα κάλαντα
πρώτα από το σπίτι της μάϊα- Μούσια (γιαγιά-Μαρία) του Κοσκινά που
βρίσκεται στην άκρη του χωριού (σώζεται και σήμερα), εκεί που αρχίζει ο
χωματόδρομος για τις Σέρρες. «Κάλια ντι παζάρι» δηλαδή «δρόμος για το παζάρι» όπως το λέγαμε. Από αυτό το δρόμο κάθε Τρίτη ο κόσμος πήγαινε με τα ζώα ή με τα πόδια στο παζάρι των Σερρών.
Τα περισσότερα σπίτια του χωριού ήταν τότε παλιά, φτωχικά, μονόροφα, κτισμένα με πέτρα, ξύλο και λάσπη. Υπήρχαν
και ορισμένα μεγάλα, διώροφα σπίτια, αληθινά αρχοντικά που από τα
σκεπαστά χαγιάτια του πάνω ορόφου μπορούσε κανείς να αγναντεύει ολόκληρο
τον κάμπο των Σερρών. Υπήρχαν και πιο καινούργια, όπως το δικό μας, που
κτίστηκε λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1951, με το πρόγραμμα αποκατάστασης ανταρτοπλήκτων.
Μόλις λοιπόν μπήκαμε στην αυλή του Κοσκινά αρχίσαμε:
«Ήρθαν τα Χριστούγεννα
εορτή μεγάλη
και το δένδρο του Χριστού
ήρθε-
ήρθε πάλι...» κ.λ.π. Το είπαμε ολόκληρο και όχι το μισό. Οι παιδικές
φωνές μας αντηχούσαν σ’ όλο το χωριό. Η γιαγιά Μούσια στέκονταν όρθια στην είσοδο του σπιτιού. Κρατούσε στα χέρια έναν βλάχικο τουρβά (τράστου).
Όταν επιτέλους δέησε να βάλει το χέρι μέσα, τότε προκλήθηκε αληθινό
πανδαιμόνιο. Ένα δάσος από υψωμένα παιδικά χέρια ζητούσαν όλα ταυτόχρονα
να πάρουν από το χέρι της τα «κόλιαντα». Όχι βέβαια χρήματα. Δεν δίνανε
τότε. Πού να τα βρουν άλλωστε!! Η αμοιβή ήταν πάντα σε «είδος». Ένα
κάστανο και αυτό σάπιο τις περισσότερες φορές ή ένα ξυλοκέρατο (σήμερα
δεν κυκλοφορούν) ή μισό
μήλο, άντε το πολύ ένα ολόκληρο φιρίκι. Εγώ εκτός από τη δική μου
αγωνία να πάρω για τον εαυτό μου είχα και την έννοια του μικρού Πασχάλη.
Έσπρωχνα, πότε δεξιά, πότε αριστερά, άνοιγα χώρο να φανεί και το δικό
του τεντωμένο χεράκι που μέσα στο μεγάλο πλήθος και το συνωστισμό ούτε
καν που φαινόταν.
Ώσπου
να πάρει και ο τελευταίος της παρέας, οι πρώτοι είχαν ήδη ψάλει τα
κάλαντα στην επόμενη αυλή και άρχιζε κι εκεί το μοίρασμα. Όταν σε κάποιο
σπίτι τύχαινε να μοιράζουν κάτι καλύτερο (π.χ. ένα ολόκληρο μήλο!), το
νέο διαδίδονταν αστραπιαία και στο σοκάκι παραβγαίναμε στο τρέξιμο για
το ποιος θα προλάβει πρώτος. Βλέπετε και τα μήλα τότε ήταν λιγοστά και
ποτέ δεν επαρκούσαν για όλους. Οι τελευταίοι δυστυχώς θα αρκούνταν να
πάρουν και πάλι το γνωστό ξυλοκέρατο.
Η νύχτα μας βρήκε στα τελευταία σπίτια. Όμως δεν μας εμπόδιζε καθόλου που το
χωριό δεν είχε τότε ηλεκτρικό ρεύμα. Είχαμε συνηθίσει, περπατούσαμε
άνετα στο σκοτάδι σαν τους καλικαντζάρους. Όταν ολοκληρώσαμε τα κάλαντα
επιστρέψαμε στο σπίτι μας. Εκεί σ’ ένα από τα δωμάτια του, με το φως της
γκαζόλαμπας, αδειάσαμε τις τσάντες στο πάτωμα και ο καθένας έκανε την
δική του καταμέτρηση. Φάγαμε όσα μπορέσαμε και τα υπόλοιπα τα κρύψαμε σε
κάποιο μέρος του δωματίου για να τα φάμε, λίγα-λίγα, τις επόμενες
ημέρες.
Το μοναδικό καφενείο-παντοπωλείο του χωριού, του
λαλα-Γκιόγκι (Γιώργη Πουλιάκα), κάθε βράδι γέμιζε κόσμο. Τα παιδιά δεν
επιτρέπονταν στο καφενείο. Σύχναζαν μόνο μεγάλοι. Περνούσαν εκεί την ώρα
συζητώντας και παίζοντας χαρτιά (ξερή) ή πίνοντας κανένα ποτηράκι
«μπερδεμένο».
Δεν
έφτανε που τα μαντριά μας ήταν μακριά από το χωριό, τα χρόνια εκείνα
κάθε βράδυ ένα από τα αδέλφια μου πήγαινε και κοιμόταν εκεί!!!. Τι
βάσανο που ήταν. Σαν να μην έφτανε το κρύο και η παγωνιά της καλύβας για
να πάς εκεί έπρεπε να διασχίσεις μέσα στο σκοτάδι κι εκείνο το μεγάλο
το ρέμα, που την περίοδο αυτή το νερό κατεβαίνει πάντα ορμητικό.
Έπρεπε όμως γιατί τις νύχτες στα μαντριά μας ο κίνδυνος από τα αγρίμια ήταν μεγάλος και κάποιος έπρεπε να φυλάγει το κοπάδι.
Εκείνο το βράδυ αμέσως μετά το φαγητό εγώ ο Παύλος και ο Πασχάλης πήγαμε για ύπνο. Ξημέρωνε Χριστούγεννα
και θα πηγαίναμε πρωί-πρωί στην εκκλησία. Τότε πηγαίναμε για ύπνο
νωρίς, με τις «κότες» όπως λέγεται. Στο σπίτι μας τα κρεβάτια ήταν
λιγοστά, κοιμόμασταν όλοι μαζί «στρωματσάδα», πάνω σε χοντρά μάλλινα
υφαντά κιλίμια και σκεπαζόμασταν με βαριές μάλλινες βελέντζες. Τι ωραία
όμως που ήταν κάτω από τις βελέντζες! Καλαμπουρίζαμε, λέγαμε ιστορίες,
παίζαμε το παιχνίδι των λέξεων, «ντι τσι σ’ ακάτς»
(από τι αρχίζει ) το λέγαμε. Πού και πού έρχονταν και η μητέρα κάθονταν
δίπλα μας και άρχιζε τα παραμύθια για τους καλικαντζάρους, ημέρες που
ήταν. Κάθε τόσο διέκοπτε το παραμύθι και φώναζε μέσα στο σκοτάδι τα
ονόματά μας. Όταν δεν έπαιρνε απάντηση σταματούσε το παραμύθι και
ξαναπήγαινε στη δουλειά της. Νύχτα έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Που
να προλάβει η καημένη την ημέρα με τόσα παιδιά τριγύρω της. Ζύμωνε
σχεδόν δυο φορές την εβδομάδα. Σκυμμένη ξημέρωνε πάνω στη μεγάλη ξύλινη
σκάφη. Χαράματα άναβε τον φούρνο και έψηνε ντουζίνες ψωμιά (καρβέλια).
Μοσχοβολούσε πρωί-πρωί η αυλή του σπιτιού μας. Ως και για τα μαντρόσκυλα
που φύλαγαν το κοπάδι μας έπρεπε να φροντίσει. Ζύμωνε και έψηνε στον φούρνο ξεχωριστά τα λεγόμενα σκυλόψωμα (πιτυρούχα ψωμιά).
Έτσι απλά, φτωχικά αλλά ζεστά και χαρούμενα περνούσαμε τότε τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.
Το
χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, το Άνω Χριστός, δεν υπάρχει πια. Στα
τέλη της δεκαετίας του 60, οι περίπου ογδόντα οικογένειες που το
αποτελούσαν, στη πλειοψηφία Βλάχοι, το εγκατέλειψαν και έκτισαν νέο
οικισμό στο Κάτω Χριστός. Από το παλιό χωριό απέμεινε μόνο το πέτρινο
Δημοτικό Σχολείο, η εκκλησία «Αγία Τριάδα» και ένα-δύο σπίτια, ανάμεσά
τους και το πατρικό μου. Ευτυχώς που απόμειναν και αυτά για να μου
θυμίζουν τα «περασμένα», τα δικά μου χαρούμενα Χριστούγεννα των παιδικών
μου χρόνων.
Εύχομαι ο καινούργιος χρόνος που έρχεται να φέρει υγεία, ειρήνη και περισσότερη χαρά και ευτυχία σε όλο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου